skip to Main Content
Η «πανδημία των λουκέτων» και ο ρόλος της πολιτικής – ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ»

Η «πανδημία των λουκέτων» και ο ρόλος της πολιτικής – ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ»

Τα γρήγορα αντανακλαστικά στην αντιμετώπιση της πανδημίας δεν συνεπάγονται και γρήγορα αντανακλαστικά στην αντιμετώπιση των οικονομικών της επιπτώσεων σε μια κοινωνία που ακόμα προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της από τα τραύματα μιας δεκαετούς κρίσης.

Αυτό γίνεται ορατό, καθώς η τμηματική ανακοίνωση μέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση θυμίζει περισσότερο προεκλογική περίοδο και πελατειακή διαχείριση της κατάστασης, παρά αποφασιστική άμυνα απέναντι στην κρίση, αφού λείπουν τα εμπροσθοβαρή μέτρα ρευστότητας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που πλήττονται.

Κι αν λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας μπορούν να αιτιολογήσουν το ύφος με το οποίο απευθύνονται κρατικοί αξιωματούχοι στους πολίτες, όταν ορθώς τους ζητούν να μείνουν στο σπίτι, οι λόγοι για τους οποίους το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αποφασίζει να καταδικάσει σε οικονομικό θάνατο το 40% των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων, εξαιρώντας τους από τις ενέσεις ρευστότητας, είναι  μη κατανοητοί.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά δεν συνάδουν και με το προσωρινό πλαίσιο που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να επιτρέψει τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις ενεργοποιώντας ρήτρες έκτακτης ανάγκης.

Είναι, βεβαίως, προφανές ότι η χώρα μας δεν μπορεί να διαθέσει 500 δις ευρώ, όπως η Γερμανία, ούτε και 100 δις ευρώ, όπως η Ισπανία, για να στηρίξει την οικονομία της.

Αυτό, όμως, δε δικαιολογεί το ότι η κυβέρνηση υστερεί σε αντανακλαστικά, ακόμα και ως προς το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποφάσεων. Ένα πλαίσιο το οποίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τολμηρό, σε σχέση με το μέγεθος της κρίσης, αφού οι εμμονές και οι εθνικοί εγωισμοί ορισμένων ισχυρών χωρών, όπως η Γερμανία, ναρκοθετούν κάθε έννοια ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Κι επειδή η κρίση δεν εξαφάνισε τις διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές απόψεις, αλλά τις φέρνει με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στο προσκήνιο, φαίνεται ότι η κυβέρνηση της χώρας μας έχει τις ίδιες ιδεολογικές εμμονές στο εσωτερικό, με αυτές που έχουν οι ισχυρές χώρες του βορά απέναντι στις χώρες του νότου.

Διαφορετικά δεν εξηγείται το γεγονός ότι επιλέγει να βάλει κάποιες ελληνικές επιχειρήσεις που χρειάζονται τουλάχιστον μονάδα αυξημένης φροντίδας, σε απλό θάλαμο νοσηλείας, ενώ οδηγεί τις επιχειρήσεις που η κατάστασή τους απαιτεί διασωλήνωση, αναπνευστήρα και μονάδα εντατικής θεραπείας, εκτός ‘’οικονομικής νοσηλείας’’ και σε οριστικό κλείσιμο.

Έτσι ερμηνεύεται η απόφασή της για εξάμηνη αναστολή δανειακών δόσεων μόνο για τις επιχειρήσεις που ήταν ενήμερες την 31/12/2019, τη στιγμή που τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ξεπερνούν το 50% στις μικρομεσαίες και το 60% στις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Την ίδια στιγμή, αρκετές από αυτές τις επιχειρήσεις πάλευαν να ρυθμίσουν τα δάνειά τους με τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης, με τις λύσεις που τους προτείνονται να μην είναι ρεαλιστικές και βιώσιμες με βάση τα σημερινά δεδομένα.

Κι αν παρόλα αυτά έρχεται η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος να εκτιμήσει ότι μόνον ένας στους έξι οφειλέτες από το χώρο των επιχειρήσεων είναι κακοπληρωτής, η κυβέρνηση δεν τολμάει να επιβάλλει στις τράπεζες λύσεις που να οδηγούν σε διάσωση επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας. Έτσι, θα μείνουν  εκτός δανεισμού ακόμα και επιχειρήσεις με 3-6 μήνες καθυστέρηση, οι οποίες αποτελούν το 39% των μη καταγγελμένων απαιτήσεων (στοιχεία Δεκεμβρίου 2019, Τράπεζα της Ελλάδος).

Ούτε, βέβαια, η κυβέρνηση διεκδικεί το δικαίωμά της, ως εγγυητή της ρευστότητας 12-18 δις ευρώ στις τράπεζες και του 80% των δανείων που θα δοθούν, να θέσει τους δικούς της όρους και προϋποθέσεις για τα δάνεια που θα δοθούν στις επιχειρήσεις.

Με τη χρήση όλων των διαθέσιμων εργαλείων (ΕΣΠΑ, ΕΤΕπ, ΤΕΠΙΧ) η κυβέρνηση περιορίζεται στην παροχή δανείων ύψους 8,75 δις μόνο προς τις ενήμερες δανειακά επιχειρήσεις που διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις, τη στιγμή που η ίδια η Γερμανία, ο κατεξοχήν θεματοφύλακας της αποτροπής του «ηθικού κινδύνου», προσφέρει ενίσχυση 50 δις στις επιχειρήσεις που έχουν αποκλειστεί από την τραπεζική πίστωση.

Ο κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολούμενους επαγγελματίες, όταν ζητούν ενισχύσεις θυμίζει τον κυνισμό των τραπεζιτών εκείνων που θεωρούν κακοπληρωτές, όλους όσοι έπληξε η προηγούμενη κρίση και δεν μπόρεσαν να είναι συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις.

Χρόνος υπάρχει ακόμα για να επανεξετάσει η κυβέρνηση τις αποφάσεις της. Αν δεν το πράξει, θα αφαιρέσει η ίδια από τη χώρα το ηθικό δικαίωμα να ζητά την έκδοση ευρωομολόγου, χωρίς νέο μνημόνιο.

 

 

 

 

Back To Top