Skip to content

Η στρατηγική της κυβέρνησης οδηγεί σε αδιέξοδο και ομηρεία χιλιάδες μαθητές- ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΝΟΣΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση αύξησε τον κατώτατο μισθό κατά 2% την ίδια στιγμή που παρατηρείται αύξηση 12% στις τιμές βασικών αγαθών και 25% στα καύσιμα. Πρόκειται για αυξήσεις που μειώνουν την αγοραστική δύναμη του εργαζόμενου καταναλωτή σε μια χώρα που η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού είναι η πέμπτη χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο κατώτατος μισθός θα έπρεπε να αποτελεί προϊόν διαβούλευσης των κοινωνικών εταίρων μέσα από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Βέβαια, πώς να περιμένουμε θεσμικό διάλογο για τον κατώτατο μισθό όταν δεν έχει γίνει θεσμικός διάλογος ούτε στο νομοσχέδιο που συζητούμε, διάλογος με όλους τους συντελεστές εκπαίδευσης, με ευρύτερες συναινέσεις και όχι προφανώς με άγονες συγκρούσεις. Η ως τώρα συζήτηση απέδειξε ότι η Κυβέρνηση δεν συνειδητοποίησε την αναγκαιότητα της πολιτικής συναίνεσης σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που σχετίζεται με το μέλλον των παιδιών μας, αφού μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να μετατρέψει αυτήν την ουσιαστική -τουλάχιστον όπως θα έπρεπε να είναι- συζήτηση σε πεδίο αντιπαράθεσης μόνο για εντυπωσιασμό και μόνο για να αποκομίσουν μικροπολιτικά οφέλη.

Θα έπρεπε λοιπόν να μιλούμε για πολιτικές που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, πολιτικές που αξιολογούνται διαρκώς, πολιτικές που έχουν μακρόπνοο σχεδιασμό και όχι για πρωτοβουλίες που λαμβάνουν τον χαρακτήρα προσωπικού στοιχήματος της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας ή ενός κόμματος που βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Δυστυχώς, για τη σημερινή συζήτηση, αλλά ακόμη δυστυχέστερα για το παιδαγωγικό σύστημα της χώρας, κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν χαρακτηρίζουν το παρόν νομοσχέδιο.

Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του νομοσχεδίου πολύ συνοπτικά;

Πρώτον, ακολουθείται η ίδια με την προηγούμενη κυβέρνηση συγκεντρωτική αναξιοκρατική λογική που δρα παρεμβατικά και ελεγκτικά στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής στοχεύοντας στον ασφυκτικό έλεγχο των στελεχών της εκπαίδευσης και της διοίκησης της εκπαίδευσης, αφού η μεταρρύθμιση της κυρίας Υπουργού δεν δίνει στην πράξη ουσιαστικές αρμοδιότητες στις περιφερειακές διευθύνσεις και στις διευθύνσεις εκπαίδευσης, δεν προωθεί τα ευέλικτα και αρθρωτά προγράμματα σπουδών, δεν ενθαρρύνει πρωτοβουλίες που θα συνδέσουν δημιουργικά τις σχολικές μονάδες με τις τοπικές κοινωνίες, δεν περιέχει καλές πρακτικές που εφαρμόζονται ήδη εδώ και αρκετά χρόνια σε άλλες χώρες, όπως ευελιξία ωρολογίων προγραμμάτων, αλλαγή διδακτικής μεθοδολογίας, ενίσχυση ψηφιακού σχολείου, δεν υπάρχει πραγματική αποκέντρωση αρμοδιοτήτων ή μεταβίβαση από το Υπουργείο προς τη διοίκηση της εκπαίδευσης. Τουναντίον, ισχυροποιούνται υπέρμετρα πρόσωπα, όπως ο διευθυντής εκπαίδευσης και ο διευθυντής της σχολικής μονάδας, με τη σχολική λειτουργία να υποβαθμίζεται στον βωμό της διοικητικής εφαρμογής των μέτρων.

Δεύτερο στοιχείο είναι ότι επανέρχεται το ζήτημα της αξιολόγησης στην εκπαίδευση, ζήτημα για το οποίο φαντάζομαι ότι κανείς σ’ αυτήν την Αίθουσα δεν μπορεί να διαφωνήσει αφού ο σημαντικότερος παράγοντας στη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος παραμένει ο ίδιος ο εκπαιδευτικός. Γι’ αυτό και θα πρέπει να αξιολογείται χωρίς εξαιρέσεις, κανένας δεν μπορεί να θεωρεί ότι πρέπει να εξαιρεθεί από αυτή τη διαδικασία, ως απαραίτητη προϋπόθεση για αξιολόγηση και βελτίωση συνολικά του συστήματος εκπαίδευσης. Μιλούμε για αξιολόγηση που να συνδέεται με την αποτίμηση του συνολικού έργου της σχολικής μονάδας η οποία θα στοχεύει στο πώς ο εκπαιδευτικός βελτιώνει τη μάθηση των μαθητών του, πώς συμβάλλει στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας όπου εργάζεται και τελικά πώς αναπτύσσεται ο ίδιος επαγγελματικά.

Και εδώ έρχεται το τρίτο σημαντικό σημείο του νομοσχεδίου: Η πλήρης απουσία ενός συνεκτικού πλαισίου επιμόρφωσης των συντελεστών της εκπαίδευσης. Και δεν μιλάμε για αποσπασματικές πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών, όπως η συμμετοχή σε επιμορφωτικά προγράμματα που διοργανώνονται από τα πανεπιστήμια μέσα από τα κέντρα διά βίου μάθησης. Είναι πραγματικά απορίας άξιο το πώς το Υπουργείο όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν έχει διασυνδεθεί ώστε να μπορέσει να έχει ένα συλλογικό και συνεκτικό επιμορφωτικό πλαίσιο και αφήνεται αυτό πλέον στη διάθεση και στη θέληση του κάθε εκπαιδευτικού. Χρειάζεται ένα κεντρικά διαρθρωμένο επιμορφωτικό σύστημα με δομές και υποδομές, κάτι που δεν διαθέτει το Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, με πλαίσιο λειτουργίας και συγκεκριμένη σαφή στοχοθεσία η οποία να υποστηρίζει την εισαγωγή εκπαιδευτικών καινοτομιών, αλλά και της επαγγελματικής ανάπτυξης εκπαιδευτικών. Χωρίς αυτό το πλαίσιο, οποιαδήποτε αξιολόγηση θα μείνει κενό γράμμα, ενώ η διοικητική και η εκπαιδευτική λειτουργία θα υπολείπεται.

Βεβαίως, θα πρέπει να αναφέρουμε και θετικά σημεία του νομοσχεδίου όπως είναι η επαναφορά του μέντορα και της τράπεζας θεμάτων, το πολλαπλό βιβλίο, η βελτίωση του πλαισίου της εκπαίδευσης. Βεβαίως, θετικό σημείο είναι και η ενίσχυση και η οργάνωση της ειδικής αγωγής και της διδακτικής υποστήριξης με τη θέσπιση των Κέντρων Διεπιστημονικής Αξιολόγησης, Συμβουλευτικής και Υποστήριξης.

Αλήθεια, όμως, κυρία Υπουργέ, το είχαμε συζητήσει ένα χρόνο πριν, λέτε στο άρθρο 11 για σύνταξη της αξιολογικής έκθεσης για τους μαθητές σε δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση. Έχετε διασφαλίσει ως πολιτική ηγεσία ότι ένα παιδί με αναπτυξιακή διαταραχή ή που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού μπορεί να παρακολουθήσει το πρόγραμμα ενός ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου έχοντας παράλληλη στήριξη ή υποστηρικτική διδασκαλία με βάση τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες;

Και δεν μιλώ για τη διάσταση ότι το Υπουργείο δεν παρέχει την παράλληλη στήριξη στο παιδί αυτό που θέλει να φοιτήσει σε ένα ιδιωτικό σχολείο, αλλά για τη στρατηγική των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων που αποκλείουν αυτά τα παιδιά και τη δυνατότητα παράλληλης στήριξης για ακατανόητους εκπαιδευτικά λόγους που μας γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω.

Και επειδή σας το είχα θίξει έναn χρόνο πριν ακριβώς, το επαναφέρω και σήμερα. Οφείλετε να παρέμβετε ως πολιτική ηγεσία και να υποχρεώσετε τα ιδιωτικά σχολεία να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες πρόσβασης στην εκπαίδευση για τα παιδιά τα οποία έχουν μαθησιακές δυσκολίες, όπως συμβαίνει και με το δημόσιο σχολείο.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο μεταρρυθμιστικός οίστρος της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας εξαντλείται δυστυχώς σε επικοινωνιακή στρατηγική και συνθήματα εγκαταλείποντας στην ουσία. Το είδαμε στο θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου που κατέληξε ένα χρόνο μετά στη σύσταση της  πανεπιστημιακής αστυνομίας και το βλέπουμε με την ελάχιστη βάση εισαγωγής που οδηγεί χιλιάδες μαθητές εκτός πανεπιστημιακής εκπαίδευσης θέτοντας εν αμφιβόλω και τη λειτουργία πολλών τμημάτων ειδικά στα περιφερειακά πανεπιστήμια.

Εμείς στον Νομό Ηλείας ζήσαμε αυτήν τη «μεταρρύθμιση» από πρώτο χέρι. Ενώ είχατε υποσχεθεί μεταρρυθμίσεις και αξιολόγηση τμημάτων σε όλη τη χώρα με γνώμονα εξορθολογισμό και ακαδημαϊκά κριτήρια, τελικά αυτή η αξιολόγηση ουδέποτε έγινε. Τι έγινε; Ένα μόνο τμήμα. Το Πανεπιστήμιο Πατρών πρότεινε κατάργηση δύο τμημάτων στον Νομό Ηλείας, μετά το ίδιο πανεπιστήμιο εισηγείται εισαγωγή φοιτητών για τη φετινή χρονιά και την ημέρα ανακοίνωσης του μηχανογραφικού δελτίου αποφασίζει το ίδιο πανεπιστήμιο δια περιφοράς την κατάργηση των τμημάτων που εισηγήθηκε να έχουν φέτος εισακτέους.

Βεβαίως, επειδή είπατε ότι σέβεστε τις εισηγήσεις των πανεπιστημιακών τμημάτων, έχω μπροστά μου το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που έχετε στείλει στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Στο άρθρο 6, ενώ η Σύγκλητος πήρε απόφαση αρχικά για τη μετακίνηση του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας από το Αγρίνιο στην Πάτρα και το Τμήμα Φυσικοθεραπείας από το Αίγιο στην Πάτρα, λέτε ότι αυτές οι αλλαγές είναι δυνατόν να υλοποιηθούν με υπουργική απόφαση. Άρα, το μεταθέτετε κι αυτό στο μέλλον και σε δική σας απόφαση. Αυτός είναι ο σεβασμός της αυτονομίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Την ίδια στιγμή -και ολοκληρώνω, κύριε Πρόεδρε, θα αναφερθώ μόνο στο Τμήμα Μουσικολογίας το οποίο συγκέντρωσε τη μήνη στελεχών του Υπουργείου και κύκλων της δημόσιας συζήτησης- καταργείτε ένα τμήμα το οποίο φέτος θα είχε εκατόν πενήντα εισακτέους. Και ενώ το χειμερινό εξάμηνο δεν βρέθηκαν διδάσκοντες ώστε να στοιχειοθετηθεί η ανάγκη κατάργησής τους, στο εαρινό εξάμηνο ως διά μαγείας και βρέθηκαν διδάσκοντες και πιστώσεις για το νέο ακαδημαϊκό έτος έχουν βρεθεί και αναζητείται λύση διοικητικής υποστήριξης του τμήματος, κατόπιν εορτής.

Θα πρέπει όμως να βρείτε τη μεταβατική λειτουργία του τμήματος μέχρι το 2024 και όχι το 2022, όπως προβλέπει το σχέδιο του Προεδρικού Διατάγματος το οποίο έχει και θέμα συνταγματικότητας, αν όχι να επανεξετάσετε την απόφαση.

Μπορεί το νομοσχέδιο να φαίνεται ότι εμφανίζει αποδοχή στην κοινή γνώμη, μέσα από την επικοινωνιακή υπεροπλία που διαθέτει αυτή η Κυβέρνηση, φοβάμαι όμως ότι δεν θα μπορέσει να ανατρέψει την υπάρχουσα κατάσταση γιατί είναι διαχειριστικού επιπέδου, χωρίς ουσιαστική μεταρρυθμιστική στρατηγική και χωρίς στόχευση, αφού η Κυβέρνηση αρκείται στη μετριότητα του αποτελέσματος που επιτυγχάνει, δεν φαίνεται να επιθυμεί να κάνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις για την ενδυνάμωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και δεν φαίνεται να θέλει να ενισχύσει την εκπαιδευτική και ερευνητική επάρκεια στη χώρα.

Ευχαριστώ.

Eleni Padazopoulou

Back To Top